Ήσουνα κόρη φρόνιμη ’π’ το Χάρο πικραμένη, ’μμε τώρα να ’σαι βέβαιη θα ζεις ευτυχισμένη.
Πού ’σαι Ωργκή μου λογικέ και της γενιάς καμάρι, αυτές τις ώρες σκέβγκομαι πως κά(θ)εσαι στον Άδη.
Σκληρόν ήτο το χτύπημα που σου ’δωσεν ο Χάρος κ’ επήρε σου το κύρη σου, σ’ όλους μας που ’το θάρρος.
Τα στέφανά σας θα ’φχηθώ να ’ναι στερεωμένα, χρόνια να ζήσετε κ’ οι δυο καλά κ’ ευτυχισμένα.
Σατ τη δική σου τη χαρά, Μαρούκλα δεν εφάνη, απού ’διωξες περήφανα του πόνου το στεφάνι.
Τύχη με κάμνεις δυστυχή αμμ’ είναιν κι ώρες – ώρες, που χαίρομαι ωσά θωρώ και φεύγκουσι οι μπόρες.
Χρόνια πολλά στη νιότη σου και στο (δ)ικότ σου ταίρι κι ό,τι ζητήσεις στη ζωή ο Θιός να σου το φέρει.
Μαρούκλα πενταφρόνιμη παι(δ)ί καλού πατέρα, οι αρετές σου οι καλές, τύχη καλή σου ’φέρα

