Τα δυο σου μάτια μαρτυρού πως έχεις μια σεμνότη, στερεωμένη κι άχολη η εϊκή σου νιότη.
Αν σε φουρτώσασιν ευχές κάμε κ’ εμού τη χάρη, να ξανακούσεις άλλη μια δεν είν’ βαρύ γουμάρι.
Για κάτι είμαι βέβαιος, πολύ καλά γνωρίζω, πως θα περνάς ευχάριστα Μαρούκλα σου τονίζω.
Καράβιν απού ’ρμένιτζες μόνα και μοναχό σου, ήβρες λιμάνι κ’ ήριξες βαθιά το σί(δ)ερό σου.
Ο άθθρωπος τα λάθη του τα κάνει και τα νιώννει, αμμ’ όσα κάμνει ο Θεός πάντα τα διορθώννει.
Ως εστερέωσεν ο Θιός τα όρη του χωριού σου, έτσι να στερεώσετε και ξέχνα τους κα(η)μούς σου.
Ρόδο μου βαρυσήμαντο κι ακριβομυρωδάτο, η γλάστρα που σ’ ενέθρεψε εδώ κοντά μου να ’το
Τώρα στη πόρτα ε(δ)ίπλασε το χέρι στο μαντάλι, στερεωμένη κι άχολη μαζί με το Μιχάλη.

