Τις πέντε δρόμους ήφηκες και τώρα πιάννεις ένα, Μαρούκλα τα στεφάνια σας να ’ναι στερεωμένα.
Μαρούκλα άμε στο καλό και ζήσε ευτυχισμένη, για να χαρούσιν όσοι ζουν κι όσοι ’ν’ αποθαμένοι.
Μαρούκλα επληγώθηκες μα ξέχασέ τα τώρα κ’ είκασε πως δεν ήντζησες στο παρελθόν μιαν ώρα.
Άντλησε από τη ζωή τώρα καινούργιο θάρρος και μη νομίζεις τις χαρές όλες τις ’πήρε ο Χάρος.
Κόρη από καλή γενιά κι ανθέ του μαλαμάτου και της γενιάς σου καύχημα γιατ’ «ήβγες του καμάτου».
Βλέπω πως όλο το χωριό έχει ενδιαφέρο, με(γ)άλον είν’ το τυχερό κ’ εγώ το αναφέρω.
Και τώρα πως ν’ αρχίσω ’γιώ, άξια και παινεμένη; στερεωμένη κι άχολη, πάντα ευτυχισμένη.
Θέλω να έχ’ βίος σου, πλούτη και ευτυχία και να τ’ ακούω ’πο μακριά θα ’χω επιθυμία.

