Διπλή τη νιώθω τη χαρά, που θα τους δω ζευγάρι, απού να λιώσει πάνω τους της Παναγιάς η χάρη.
Ό,τι κι αν πούμε στο Κωστή, Γιώργο μου, είν’ ελί(γ)α, εις τις χαρές της κόρης σου θέλω κ’ εκεί αιτία.
Με συγκινεί η στάση σου που κά(θ)εσαι και κλαίεις, ακόμη και με τη σιωπή χιλιάδες λέξεις λέεις.
Έλα, Μαρία, δίπλα μου χαίρου τον εγγονό σου, γιατί στις φλέβες μου κυλά αίμα σα το δικό σου.
Έχει βαριά κληρονομιά κι από τον άλλο πάππου, σαν ήντζηε κι απού ’ πόθανε, εσέβουμου κ’ εγάπου.
Θωρώ το κάδρο απέναντι, του πάππου Ζωγραφίδη, από ψηλά χαμογελά και καμαρώνει ήδη.
Το σπίτι σου αισθάνομαι τού ε(δ)ικού μου ρίζα, με τις χαρές σου πάντοτε τα μάτια μου δακρύζα.
Ενέμενα το, Νικολή, στο σπίτι μου για να ’ρτει και ξεύρω κ’ ερμηνεύω το, το απαλό του δάκρυ.

