Τα δάκρυα είν’ από χαρά κι από ευγνωμοσύνη, π’ ο Ύψιστος τον κύρη μας μαζί μας τον αφήνει.
Παινέματα δε θα του πω μόν’ η ευχή να πιάσει, να βοηθήσει ο Χριστός τα χρόνια να χιλιάσει.
Αν εί(ναι) και δώσεις την ευχή, δώσε τη να (δ)ιπλάσει, στο πρόσωπο σου βλέπω τον, εκείνο που ’χω χάσει.
Τον ταπεινό τον άνθρωπο ο κόσμος τον γυρεύει, ο ήλιος λάμπει όμορφα κι ωσά θα βασιλεύει.
Οι κλώνοι σου, συμπέθερε, στολίδι είν’ του κόσμου και χαίρομαι απού ’χω ’γιώ τον ένα για γαμπρό μου.
Αρέσει μου η στάση σου, μοιάζει με πατριάρχη, τραγούδησε του, τού Κωστή, και την ευχή σου να ’χει.
Ντρέπομαι τα παινέματα να λέω του πατέρα, που δε μας πρόσταξε ποτέ και “πάτε παραπέρα”.
Γεια σου καλέ μου συγγενή μ’ αγώνα και μεράκι, ήκαμες τα καλά παιδιά π’ άλλος κανείς δε τα ’χει.

